EL EN
  • Παραλία Θεσσαλονίκης - Λευκός Πύργος
  • Ξενοδοχείο 3* Αύγουστος στο κέντρο της Θεσσαλονίκης!

  • Άνετα μεγάλα δωμάτια με κλασικού τύπου διάκοσμο!
  • Κλασσικές τοιχογραφίες - οροφογραφίες σε όλους τους χώρους!

  • Έμφαση στη λεπτομέρεια! Πινελιές που συνδυάζουν το κλασσικό με το μοντέρνο!
  • Έμφαση στη λεπτομέρεια! Πινελιές που συνδυάζουν το κλασσικό με το μοντέρνο!

Αρχαία Βεργίνα

Ανασκαφή Βεργίνας

Τον αρχαιολογικό χώρο ανάμεσα στη Βεργίνα και τα Παλατίτσια αναγνώρισε πρώτος γύρω στα μέσα του 19ου αι. ο γάλλος περιηγητής και αρχαιολόγος Leon Heuzey. Στη διάρκεια της σύντομης ανασκαφικής του έρευνας το 1861 αποκάλυψε τμήμα από το μνημειακό ανάκτορο στις βόρειες παρυφές των Πιερίων και τον πρώτο μακεδονικού τύπου τάφο (εικ.1) κοντά στα Παλατίτσια.

Η ανασκαφική δραστηριότητα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης στη Βεργίνα εγκαινιάστηκε το 1938 από τον καθηγητή Κωνσταντίνο Ρωμαίο που μέχρι τον Οκτώβρη του 1940 ανέσκαψε στο ανάκτορο και αποκάλυψε τον δεύτερο μακεδονικού τύπου τάφο (εικ.2) της περιοχής.

Μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου, αλλά κυρίως από τις αρχές της δεκαετίας του '50 και εξής ο Μανόλης Ανδρόνικος, ως επιμελητής Αρχαιοτήτων, ερεύνησε συστηματικά το προϊστορικό νεκροταφείο των τύμβων (εικ.3) της Βεργίνας, ενώ από τις αρχές της δεκαετίας του '60 και μέχρι το 1975, ως καθηγητής πλέον του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, συνέχισε την ανασκαφή κυρίως στο ανάκτορο (εικ.4), σε συνεργασία με τον συνάδελφό του, καθηγητή Γεώργιο Μπακαλάκη.

Το 1976 ο καθηγητής Μανόλης Ανδρόνικος άρχισε τη συστηματική ανασκαφή της Μεγάλης Τούμπας (εικ.5), του επιβλητικότερου από τους τύμβους του εκτεταμένου νεκροταφείου, με εξαιρετικής ιστορικής και αρχαιολογικής σημασίας συμπεράσματα. Οι μνημειακές διαστάσεις του χωμάτινου όγκου και τα ενεπίγραφα ταφικά μνημεία (εικ.6) που βρέθηκαν στην επίχωσή τουτον οδήγησαν την ίδια χρονιά στην αποδοχή της άποψης του άγγλου ιστορικού N.G.L.Hammond, που λίγα χρόνια νωρίτερα (1968) είχε προτείνει την ταύτιση του αρχαιολογικού χώρου της Βεργίνας με τις Αιγές, την παλιά πρωτεύουσα και βασιλική νεκρόπολη του μακεδονικού βασιλείου.

Ένα χρόνο αργότερα, κάτω από την επίχωση του τεράστιου τύμβου, ήλθαν στο φως ένας κιβωτιόσχημος τάφος ("τάφος της Περσεφόνης") (εικ.7) και ένας ασύλητος τάφος του λεγόμενου μακεδονικού τύπου (τάφος ΙΙ-του Φιλίππου) (εικ.8),ενώ τον επόμενο χρόνο αποκαλύφθηκε ένας ακόμη ασύλητος, επίσης μακεδονικού τύπου, τάφος (τάφος ΙΙΙ-"του Πρίγκηπα") (εικ.9). Τα αρχαιολογικά δεδομένα επέτρεψαν τη χρονολόγηση των τριών μνημείων στη διάρκεια του δεύτερου μισού του 4ου π.Χ. αιώνα (350-310 π.Χ.), ενώ η μνημειακότητα του τύμβου, η ομηρική διάσταση της ταφικής διαδικασίας, η θαυμαστή ποιότητα των τάφων, η υψηλή τέχνη της ζωγραφικής τους διακόσμησης, η εξαίρετη αρτιότητα στην κατασκευή των μετάλλινων κτερισμάτων τους (σκευών, όπλων, κοσμημάτων) (εικ.10-12) και η μοναδικότητα των χρυσελεφάντινων (εικ.13) επίπλων τους, οδήγησαν τον καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικο στην απόδοση των τριών αυτών τάφων σε μέλη της βασιλικής οικογένειας των Τημενιδών. Η εξέταση του σκελετικού υλικού, σε συνδυασμό με τα ανασκαφικά δεδομένα και τα αρχαιολογικά συμφραζόμενα επέτρεψε, ειδικότερα, στον ανασκαφέα τη συσχέτιση του βασιλικού νεκρού στον θάλαμο του τάφου ΙΙ με τον Φίλιππο Β'.

Με την ολοκλήρωση της ανασκαφής στη Μεγάλη Τούμπα, το ενδιαφέρον του Μανόλη Ανδρόνικου και των συνεργατών του στράφηκε στην έρευνα τμημάτων του οχυρωμένου οικισμού, αλλά και στην ανασκαφή σημείων του εκτεταμένου νεκροταφείου έξω από τα τείχη της αρχαίας πόλης. Το 1981 αποκαλύφθηκαν σημαντικά ταφικά σύνολα (τάφοι "Μπέλλα", τάφοι Στενόμακρης Τούμπας) (εικ.14-15), ενώ το 1982 εντοπίστηκαν το αρχαίο θέατρο (εικ.16) και το Ιερό της Εύκλειας (εικ.17), που αποτελεί τμήμα της αγοράς της αρχαίας πόλης).

Σημαντικοί λακκοειδείς και κιβωτιόσχημοι τάφοι, των αρχαϊκών (εικ.20) και κλασικών (εικ.21) χρόνων, ένας μνημειακός μακεδονικού τύπου τάφος ("τάφος της Ευρυδίκης") (εικ.18) που χρονολογείται με ασφάλεια γύρω στα 340 π.Χ., άλλα οικοδομικά σύνολα των ελληνιστικών χρόνων, από τα οποία το ιερό της Μητέρας των Θεών-Κυβέλης (εικ.19) προσθέτει στη γνώση μας για τη λατρεία της θεάς στην κοιτίδα των αρχαίων Μακεδόνων. Εντυπωσιακά τμήματα της λίθινης οχύρωσης (εικ.22) και το μοναδικό για τη μορφή και τις διαστάσεις του ανάκτορο (εικ.23), σε συνδυασμό με νεότερα ευρήματα επιγραφικής, γλυπτικής (εικ.24-25) και μεταλλοτεχνίας από την περιοχή της αγοράς των Αιγών, βεβαιώνουν για τη σημασία του αρχαιολογικού χώρου της Βεργίνας, και αποτελούν ελπιδοφόρα μηνύματα για τη μελλοντική του έρευνα.

Την ανασκαφή διεξάγει ομάδα που αποτελείται από τις Στ.Δρούγου, και Χρυσ. Σαατσόγλου-Παλιαδέλη, καθηγήτριες Κλασικής Αρχαιολογίας, τον Π. Φάκλαρη, αναπληρωτή καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας και τους συνεργάτες τους, Δρ. Χρυσάνθη Καλλίνη, Δρ. Αθανασία Κυριάκου και Δρ. Βασιλική Σταματοπούλου. Στην επιστημονική ομάδα μετέχουν και οι αρχαιολόγοι Δρ. Αγγελική Κοτταρίδη και Δρ. Μπεττίνα Τσιγαρίδα. Όντας σε μεγάλο βαθμό μια ερευνητική διαδικασία στην οποία μετέχουν ετησίως πολλοί προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές Αρχαιολογίας, Αρχιτεκτονικής, Γεωφυσικής κ.λ.π., η πανεπιστημιακή ανασκαφή της Βεργίνας υποδέχεται φοιτητές και από το εξωτερικό και συνεργάζεται σε διεπιστημονική βάση με το Τμήμα Αρχαιομετρίας του ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος, τον Τομέα Γεωφυσικής της Σχολής Θετικών Επιστημών του Α.Π.Θ., τον Τομέα Φωτογραμμετρίας της Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ. Το έργο χρηματοδοτείται από το ΑΠΘ το ΥΜΑΘ και το ΥΠΠΟ και οι εκθέσεις των πεπραγμένων της δημοσιεύονται στο ΑΕΜΘ από το 1987κε.